183 αποτελέσματα για «集»

集まる あつまる N4

ρήμα

  1. 01 μαζεύομαι, συγκεντρώνομαι
集める あつめる N4

ρήμα

  1. 01 συλλέγω, συγκεντρώνω, μαζεύω
集中 しゅうちゅう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκέντρωση (σε μια εργασία), προσήλωση, εστίαση της προσοχής
  2. 02 συγκέντρωση (πληθυσμού, κτιρίων, εξουσίας κ.λπ.), συγκεντροποίηση, κεντροποίηση, σύγκλιση, επίκεντρο (μιας συζήτησης, ερωτήσεων κ.λπ.)
  3. 03 σε μια συλλογή έργων
集団 しゅうだん N3

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα, μάζα, σύνολο
集合 しゅうごう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνάντηση, συγκέντρωση, συνέλευση
  2. 02 σύνολο
集う つどう

ρήμα

  1. 01 συναντώ, συναθροίζομαι, συγκεντρώνομαι
集まり あつまり N3

ουσιαστικό

  1. 01 συνάθροιση, συνάντηση, συγκέντρωση, συλλογή, προσέλευση
集中力 しゅうちゅうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ικανότητα συγκέντρωσης
しゅう

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή, συλλογή έργων
集落 しゅうらく

ουσιαστικό

  1. 01 οικισμός, χωριό, κοινότητα, κωμόπολη
  2. 02 αποικία (βακτηρίων)
集結 しゅうけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκέντρωση (στρατευμάτων), συνάθροιση
集め あつめ

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 συλλογή, συγκέντρωση
集会 しゅうかい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνάντηση, συνέλευση, συγκέντρωση, συνάθροιση, συνέδριο, συλλαλητήριο
集約 しゅうやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκέντρωση (π.χ. απόψεων), συνάθροιση, συλλογή, συνάθροιση δεδομένων, σύνοψη, ενσωμάτωση
集合体 しゅうごうたい

ουσιαστικό

  1. 01 συναρμολόγηση, συγκέντρωση
集積 しゅうせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συσσώρευση
集合場所 しゅうごうばしょ

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο συνάντησης, χώρος συγκέντρωσης
集中的 しゅうちゅうてき

επίθετο

  1. 01 εντατικός, συγκεντρωμένος, εστιασμένος
集計 しゅうけい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκεντρωτικός υπολογισμός, άθροιση, συγκέντρωση, καταμέτρηση (π.χ. ψήφων), πρόσθεση, συνολική άθροιση
集大成 しゅうたいせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συλλογή, συγκεφαλαιώση
  2. 02 κορύφωση (σκληρής δουλειάς)