9 αποτελέσματα για «雉»

キジ

ουσιαστικό

  1. 01 πράσινος φασιανός (Phasianus versicolor), ιαπωνικός πράσινος φασιανός
雉子 きぎす

ουσιαστικό

  1. 01 κυγίσι (πράσινος φασιανός, ιαπωνικός πράσινος φασιανός)
雉も鳴かずば撃たれまい きじもなかずばうたれまい

άλλο

  1. 01 η αποφυγή περιττών λόγων μπορεί να αποτρέψει το κακό, η σιωπή είναι ασφάλεια, ο φασιανός δεν θα γινόταν στόχος αν δεν κελαηδούσε (κιτζι μόνα καζούμπα ουταρεμάι)
雉鳩 キジバト

ουσιαστικό

  1. 01 ανατολική τρυγόνα (Streptopelia orientalis), καστανόχρωμη τρυγόνα
雉笛 きじぶえ

ουσιαστικό

  1. 01 φλογέρα που χρησιμοποιείται για να προσελκύσει πράσινους φασιανούς (μιμείται το κάλεσμα του φασιανού)
雉トラ きじトラ

ουσιαστικό

  1. 01 καφέ τιγρέ γάτα
雉隠 きじかくし

ουσιαστικό

  1. 01 ασπαράγος ο σχοβεριοειδής
雉羽太 きじはた

ουσιαστικό

  1. 01 κίτζι-χάτα (είδος ψαριού, Epinephelus akaara), σφυρίδα του Χονγκ Κονγκ
  1. 01 φασιανός