4 αποτελέσματα για «雰»
雰囲気 ふんいき N3
ουσιαστικό
- 01 ατμόσφαιρα, διάθεση, κλίμα, αύρα, αίσθηση
- 02 ένας αέρας, ύφος, παρουσία, ιδιαίτερη αύρα, κάτι (που χαρακτηρίζει κάποιον)
- 03 ατμόσφαιρα (της Γης)
雰囲気を壊す ふんいきをこわす
άλλο, ρήμα
- 01 χαλάω την ατμόσφαιρα
雰囲気美人 ふんいきびじん
ουσιαστικό
- 01 γυναίκα που δεν θεωρείται παραδοσιακά όμορφη αλλά διαθέτει μια ιδιαίτερη γοητεία, γυναίκα που αποπνέει αύρα ομορφιάς
雰
- 01 ατμόσφαιρα
- 02 ομίχλη