24 αποτελέσματα για «需»

需要 じゅよう N3

ουσιαστικό

  1. 01 ζήτηση, ανάγκη
  2. 02 ζήτηση
需要と供給 じゅようときょうきゅう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 προσφορά και ζήτηση
需給 じゅきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 προσφορά και ζήτηση
需用 じゅよう

ουσιαστικό

  1. 01 κατανάλωση, χρήση
需品科 じゅひんか

ουσιαστικό

  1. 01 μονάδα εφοδιασμού
需要供給 じゅようきょうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 προσφορά και ζήτηση
需要を賄う じゅようをまかなう

άλλο, ρήμα

  1. 01 καλύπτω τη ζήτηση
需要者 じゅようしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 καταναλωτής
需要増加 じゅようぞうか

ουσιαστικό

  1. 01 αυξημένη ζήτηση, αυξανόμενη ζήτηση
需要供給の法則 じゅようきょうきゅうのほうそく

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος της προσφοράς και της ζήτησης
需品 じゅひん

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 εφόδια, προμήθειες
  2. 02 ιματιοθήκης, υπεύθυνος προμηθειών
需要拡大 じゅようかくだい

ουσιαστικό

  1. 01 αύξηση (επέκταση) της ζήτησης
需要減少 じゅようげんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 μειωμένη ζήτηση, πτώση της ζήτησης
需用費 じゅようひ

ουσιαστικό

  1. 01 αναλώσιμα (κατά τον υπολογισμό των εξόδων)
需要の弾力性 じゅようのだんりょくせい

ουσιαστικό

  1. 01 ελαστικότητα ζήτησης
需要の所得弾力性 じゅようのしょとくだんりょくせい

ουσιαστικό

  1. 01 εισοδηματική ελαστικότητα ζήτησης
需要独占 じゅようどくせん

ουσιαστικό

  1. 01 μονοψώνιο
需要曲線 じゅようきょくせん

ουσιαστικό

  1. 01 καμπύλη ζήτησης
需要関数 じゅようかんすう

ουσιαστικό

  1. 01 συνάρτηση ζήτησης
需給関係 じゅきゅうかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 σχέση προσφοράς και ζήτησης