41 αποτελέσματα για «震»
震える ふるえる N3
ρήμα
- 01 τρέμω, ανατριχιάζω, τρεμουλιάζω
震わせる ふるわせる N1
ρήμα
- 01 κάνω να τρέμει, κουνάω, δονώ
震え ふるえ
ουσιαστικό
- 01 τρέμουλο, ρίγος, ανατριχίλα
震動 しんどう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σοκ, δόνηση, πρόσκρουση, ταλάντωση
震え上がる ふるえあがる
ρήμα
- 01 τρέμω βίαια, ανατριχιάζω από το φόβο ή το κρύο, σείμαι
震えだす ふるえだす
ρήμα
- 01 αρχίζω να τρέμω
震わす ふるわす
ρήμα
- 01 προκαλώ τρόμο, κλονίζω, δονώ, τρέμω
震 しん
ουσιαστικό
- 01 ζεν (ένα από τα τρίγραμμα του Ι Τσινγκ: κεραυνός, ανατολή)
震災 しんさい
ουσιαστικό
- 01 σεισμική καταστροφή
震撼 しんかん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συγκλονίζω, κλονίζω
震度 しんど
ουσιαστικό
- 01 σεισμική ένταση
震え声 ふるえごえ
ουσιαστικό
- 01 τρέμουλη φωνή, τρεμάμενη φωνή
震う ふるう
ρήμα
- 01 τρέμω, σείμαι, σφάλλω, συγκλονίζομαι, τρεμοπαίζω, ανατριχιάζω
震源 しんげん
ουσιαστικό
- 01 εστία σεισμού, επίκεντρο σεισμού
震源地 しんげんち
ουσιαστικό
- 01 επίκεντρο (σεισμού)
- 02 πηγή (φήμης, συμβάντος, κ.λπ.), προέλευση
震駭 しんがい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τρομερός φόβος, σοκ
震い ふるい
ουσιαστικό
- 01 τρέμουλο, ρίγος, τρεμούλιασμα, ρίγη
震盪 しんとう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σόκ, δόνηση, διάσειση
震源域 しんげんいき
ουσιαστικό
- 01 περιοχή εστίας σεισμού
震慄 しんりつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τρέμω, ριγώ, τρέμω από φόβο