6 αποτελέσματα για «靄»
靄 もや
ουσιαστικό
- 01 αχλύς, ομίχλη
靄がかかる もやがかかる
άλλο, ρήμα
- 01 είμαι ομιχλώδης, καλύπτομαι από αχλύ
靄る もやる
ρήμα
- 01 καλύπτομαι από ομίχλη, γίνομαι θολός
靄然 あいぜん
επίρρημα, άλλο
- 01 υψώνεται σαν ομίχλη ή σύννεφα
- 02 πράος, ήρεμος
靄々 あいあい
άλλο, επίρρημα
- 01 συσσώρευση νεφών ή ομίχλης
靄
- 01 ομίχλη
- 02 αχλύς
- 03 ομίχλη