5 αποτελέσματα για «靫»

うつぼ

ουσιαστικό

  1. 01 φαρέτρα (κυλινδρική, που φοριέται στην πλάτη ή στο ισχίο)
ゆぎ

ουσιαστικό

  1. 01 φαρέτρα (σε σχήμα κουτιού που φοριέται στην πλάτη)
靫蔓 うつぼかずら

ουσιαστικό

  1. 01 ουτσουμποκάζουρα
靫草 うつぼぐさ

ουσιαστικό

  1. 01 προυνέλλα, βρουνοχορτάρι (Prunella vulgaris subsp. asiatica)
  1. 01 φαρέτρα