2 αποτελέσματα για «鞄»

鞄 かばん

ουσιαστικό

  1. 01 τσάντα, σάκος, χαρτοφύλακας, καλάθι
鞄
  1. 01 βαλίτσα
  2. 02 τσάντα
  3. 03 χαρτοφύλακας