13 αποτελέσματα για «韻»
韻 いん
ουσιαστικό
- 01 ομοιοκαταληξία
- 02 ομοιοκαταληξία (κινεζικού χαρακτήρα), ρίμα
韻律 いんりつ
ουσιαστικό
- 01 μέτρο (ποιήματος), ρυθμός
- 02 προσωδία
韻を踏む いんをふむ
άλλο, ρήμα
- 01 ομοιοκαταληκτώ
韻文 いんぶん
ουσιαστικό
- 01 έμμετρος λόγος, ποίηση
韻脚 いんきゃく
ουσιαστικό
- 01 μετρικός πόδας
- 02 καταληκτική ομοιοκαταληξία (στην κινεζική ποίηση)
韻事 いんじ
ουσιαστικό
- 01 καλλιτεχνικές ενασχολήσεις
韻書 いんしょ
ουσιαστικό
- 01 λεξικό ομοιοκαταληξίας, κινεζικό λεξικό ταξινομημένο βάσει των καταλήξεων
韻語 いんご
ουσιαστικό
- 01 ομοιοκαταληξία σε κινεζικό ποίημα
韻字 いんじ
ουσιαστικό
- 01 ομοιοκατάληκτες λέξεις
韻母 いんぼ
ουσιαστικό
- 01 τελικό φωνήεν (μέρος κινεζικής συλλαβής)
韻尾 いんび
ουσιαστικό
- 01 ινμπί (δευτερεύον φωνήεν ή σύμφωνο που ακολουθεί το κύριο φωνήεν ενός κινεζικού χαρακτήρα)
韻律論 いんりつろん
ουσιαστικό
- 01 μετρική
韻
- 01 ομοιοκαταληξία
- 02 κομψότητα, χάρη
- 03 τόνος, ηχόχρωμα