18 αποτελέσματα για «項»
項目 こうもく N2
ουσιαστικό
- 01 στοιχείο, κεφαλίδα, κατηγορία, άρθρο
- 02 λήμμα (σε λεξικό, εγκυκλοπαίδεια, κ.λπ.), εγγραφή
項垂れる うなだれる
ρήμα
- 01 σκύβω το κεφάλι, γέρνω το κεφάλι
項 こう
ουσιαστικό
- 01 ρήτρα, παράγραφος, στοιχείο
- 02 επιχείρημα
- 03 όρος (εξίσωσης)
- 04 αυχένας (του λαιμού)
項 うなじ
ουσιαστικό
- 01 αυχένας, σβέρκος
項目別 こうもくべつ
ουσιαστικό
- 01 κατά είδος, ταξινομημένος ανά στοιχείο
項目名 こうもくめい
ουσιαστικό
- 01 όνομα στοιχείου
項番 こうばん
ουσιαστικό
- 01 αριθμός είδους
項目選択 こうもくせんたく
ουσιαστικό
- 01 επιλογή στοιχείου
項位置 こういち
ουσιαστικό
- 01 θέση ορίσματος
項書換え こうかきかえ
ουσιαστικό
- 01 αντικατάσταση όρων
項に分かつ こうにわかつ
άλλο, ρήμα
- 01 χωρίζω σε παραγράφους, αναλύω σε στοιχεία
項領 こうりょう
ουσιαστικό
- 01 κολλάρο, λαιμός
項目別控除 こうもくべつこうじょ
ουσιαστικό
- 01 αναλυτική έκπτωση (φορολογική)
項目応答理論 こうもくおうとうりろん
ουσιαστικό
- 01 θεωρία απόκρισης στοιχείων, θεωρία απόκρισης αντικειμένου (IRT)
項目識別子 こうもくしきべつし
ουσιαστικό
- 01 αναγνωριστικό στοιχείου
項着 うなつき
ουσιαστικό
- 01 παιδικό κούρεμα με μαλλιά στο πίσω μέρος που φτάνουν ως τον αυχένα
項部 こうぶ
ουσιαστικό
- 01 αυχένας, τράχηλος, αυχενική χώρα
- 02 σβέρκος (ειδικά των αλόγων)
項
- 01 παράγραφος
- 02 σβέρκος, αυχένας
- 03 ρήτρα, πρόταση
- 04 στοιχείο, είδος, αντικείμενο
- 05 όρος (έκφραση)