13 αποτελέσματα για «須»

須臾 しゅゆ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 στιγμή, ακαριαίο διάστημα, σύντομο χρονικό διάστημα
須らく すべからく

επίρρημα

  1. 01 οπωσδήποτε, αναγκαίο είναι
  2. 02 όλοι, εξ ολοκλήρου
須弥山 しゅみせん

ουσιαστικό

  1. 01 Σουμερού (θεωρείται το κέντρο του βουδιστικού κόσμου)
須佐之男命 すさのおのみこと

ουσιαστικό

  1. 01 Σουσάνο-νο-Μικότο (θεότητα, μικρότερος αδελφός της Αματεράσου)
須弥壇 しゅみだん

ουσιαστικό

  1. 01 βάθρο για βουδιστικό είδωλο
須要 しゅよう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 απολύτως απαραίτητος
須恵器 すえき

ουσιαστικό

  1. 01 σουέκι (τύπος αλειάστου κεραμικού που κατασκευαζόταν από τα μέσα της περιόδου Κοφούν έως την περίοδο Χεϊάν)
須佐之男 すさのお

ουσιαστικό

  1. 01 Σουσάνο (θεότητα, μικρότερος αδελφός της Αματεράσου), Σουσάνο-νο-Μικότο
須髯 しゅぜん

ουσιαστικό

  1. 01 γενειάδα
須磨琴 すまごと

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό έγχορδο μουσικό όργανο με μία χορδή
須義 すぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ράχυκεντρο το καναδικό (είδος ψαριού), ψάρι-λοχίας
須万 スマ

ουσιαστικό

  1. 01 κορυκός (Euthynnus affinis), μικρός τόνος, καβακάουα
  1. 01 οφείλω
  2. 02 οπωσδήποτε
  3. 03 αναγκαία