5 αποτελέσματα για «頷»

頷く うなずく

ρήμα

  1. 01 νεύω, γνέφω καταφατικά, συμφωνώ
頷き うなずき

ουσιαστικό

  1. 01 κατάφαση, κλίση της κεφαλής
頷き合う うなずきあう

ρήμα

  1. 01 συγκατανεύω ο ένας στον άλλον
頷ける うなずける

ρήμα

  1. 01 συμφωνώ, αποδέχομαι, βρίσκω κάτι αποδεκτό, πείθομαι, κατανοώ
  1. 01 νεύω επιδοκιμασία