18 αποτελέσματα για «頸»
頸動脈 けいどうみゃく
ουσιαστικό
- 01 καρωτίδα
頸部 けいぶ
ουσιαστικό
- 01 αυχένας
頸管 けいかん
ουσιαστικό
- 01 τραχηλικός σωλήνας (της μήτρας)
頸上 くびかみ
ουσιαστικό
- 01 κορδέλα λαιμού, όρθιος στρογγυλός γιακάς (σε ορισμένα παραδοσιακά ιαπωνικά ενδύματα)
頸肩腕症候群 けいけんわんしょうこうぐん
ουσιαστικό
- 01 αυχενοβραχιόνιο σύνδρομο, δηλώνει πόνο, οίδημα, αδυναμία ή/και μούδιασμα στην περιοχή του αυχένα/ώμου, χρησιμοποιείται όταν δεν είναι γνωστή η συγκεκριμένη διάγνωση
頸動脈狭窄症 けいどうみゃくきょうさくしょう
ουσιαστικό
- 01 στένωση καρωτίδας, στένωση καρωτιδικής αρτηρίας
頸動脈エコー けいどうみゃくエコー
ουσιαστικό
- 01 υπερηχογράφημα καρωτίδων, triplex καρωτίδων
頸肉 けいにく
ουσιαστικό
- 01 κρέας από το λαιμό
頸椎脱臼 けいついだっきゅう
ουσιαστικό
- 01 εξάρθρημα αυχενικού σπονδύλου
頸袋 けいたい
ουσιαστικό
- 01 προγούλι
頸腕症候群 けいわんしょうこうぐん
ουσιαστικό
- 01 αυχενικό βραχιόνιο σύνδρομο
頸動脈小体 けいどうみゃくしょうたい
ουσιαστικό
- 01 καρωτιδικό σωμάτιο, καρωτιδικός όγκος
頸輪蝙蝠 くびわこうもり
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνική νυχτερίδα με κοντή ουρά (Eptesicus japonensis)
頸椎症 けいついしょう
ουσιαστικό
- 01 αυχενική σπονδύλωση
頸部血管超音波検査 けいぶけっかんちょうおんぱけんさ
ουσιαστικό
- 01 υπερηχογράφημα καρωτίδων, υπερηχογραφικός έλεγχος καρωτίδων
頸飾 けいしょく
ουσιαστικό
- 01 περιδέραιο, κολιέ
頸椎捻挫 けいついねんざ
ουσιαστικό
- 01 αυχενικό διάστρεμμα, αυχενικό σύνδρομο (απότομη κάκωση αυχένα)
頸
- 01 λαιμός
- 02 κεφάλι