12 αποτελέσματα για «顆»

顆粒 かりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκίο

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 κόνδυλος
  2. 02 επιμετρητής για κόκκους και μικρές σφαίρες
顆粒状 かりゅうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκώδης
顆粒剤 かりゅうざい

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκία (φάρμακο)
顆粒層 かりゅうそう

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκώδης στιβάδα, κοκκιώδες στρώμα
顆粒性 かりゅうせい

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκώδης
顆粒球減少症 かりゅうきゅうげんしょうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ακοκκιοκυτταραιμία
顆粒球 かりゅうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκιοκύτταρο
顆粒白血球 かりゅうはっけっきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκιοκύτταρο
顆粒細胞 かりゅうさいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκιώδες κύτταρο
顆節目 かせつもく

ουσιαστικό

  1. 01 κονδυλάρθρα, εξαφανισμένη τάξη θηλαστικών
  1. 01 κόκκος (π.χ. ρυζιού)