31 αποτελέσματα για «顕»

顕現 けんげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκδήλωση, εμφάνιση
顕著 けんちょ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αξιοσημείωτος, εντυπωσιακός, προφανής
顕微鏡 けんびきょう N2

ουσιαστικό

  1. 01 μικροσκόπιο
けん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 έκθεση, διαύγεια, φανέρωση
  2. 02 εξωτερικός βουδισμός, δημόσιες βουδιστικές διδασκαλίες
顕在化 けんざいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πραγμάτωση, εμφάνιση, υλοποίηση, ανάδυση, εκδήλωση
顕示 けんじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκδήλωση, δημόσια επίδειξη, φανερή προβολή
顕在 けんざい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πραγματικός (σε αντίθεση με τον κρυφό ή λανθάνοντα), εμφανής, προφανής, απτός, φανερός
顕彰 けんしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δημόσια αναγνώριση, τιμητική προβολή, ανάδειξη καλών πράξεων ή επιτευγμάτων κάποιου
顕職 けんしょく

ουσιαστικό

  1. 01 εξέχουσα ή υψηλόβαθμη θέση
顕揚 けんよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξύμνηση, δοξολογία, ανύψωση
顕然 けんぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 φανερός, προφανής
顕界 げんかい

ουσιαστικό

  1. 01 ο κόσμος τούτος, ο παρόν κόσμος (σε αντίθεση με τον κόσμο των νεκρών)
顕微 けんび

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μικροσκοπικός
顕微鏡写真 けんびきょうしゃしん

ουσιαστικό

  1. 01 φωτομικρογραφία, μικροφωτογραφία
顕教 けんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 κενγκιό, εξωτερικός βουδισμός, δημόσιες βουδιστικές διδασκαλίες
顕性 けんせい

ουσιαστικό

  1. 01 επικράτηση
顕要 けんよう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλης επιφανείας, περίοπτος, αξιοπρεπής
顕正 けんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποκάλυψη ή απόδειξη της αλήθειας
顕色 けんしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάπτυξη, εμφάνιση (χρώματος)
顕示的消費 けんじてきしょうひ

ουσιαστικό

  1. 01 επιδεικτική κατανάλωση