71 αποτελέσματα για «類»
類 るい N1
ουσιαστικό
- 01 είδος, τύπος, κατηγορία, γένος, τάξη, οικογένεια
- 02 παρόμοιο παράδειγμα, παράλληλο, ανάλογο, τα παρόμοια
類い たぐい
ουσιαστικό
- 01 είδος, τύπος, κατηγορία
- 02 όμοιός, ισάξιός, ταίρι
類似 るいじ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ομοιότητα, σύγκλιση, αναλογία
類する るいする
ρήμα
- 01 ομοιάζω με, συγγενεύω με, είμαι σαν
類を見ない るいをみない
άλλο, επίθετο
- 01 πρωτοφανής, μοναδικός, απαράμιλλος
類推 るいすい N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναλογία
- 02 αναλογικός συλλογισμός, αναλογική εξαγωγή συμπερασμάτων
- 03 αναλογία
類まれ たぐいまれ
επίθετο
- 01 σπάνιος, εξαιρετικός, ασυνήθιστος, μοναδικός, απαράμιλλος, αξεπέραστος, ανεπανάληπτος
類型 るいけい
ουσιαστικό
- 01 τύπος, πρότυπο, σχήμα, είδος, ράτσα
- 02 παρόμοιος τύπος, παρόμοιο πρότυπο
類は友を呼ぶ るいはともをよぶ
άλλο, ρήμα
- 01 όμοιος ομοίω αεί πελάζει
類似点 るいじてん
ουσιαστικό
- 01 ομοιότητα, συνάφεια
類似性 るいじせい
ουσιαστικό
- 01 ομοιότητα, συνάφεια, αναλογία
類人猿 るいじんえん
ουσιαστικό
- 01 ανθρωποειδής πίθηκος, ανθρωποειδές, πίθηκος
類例 るいれい
ουσιαστικό
- 01 παρόμοια περίπτωση, ανάλογο περιστατικό, παράλληλη περίπτωση, αναλογία
類のない るいのない
άλλο, επίθετο
- 01 πρωτοφανής, ασύγκριτος, ανεπανάληπτος
類似品 るいじひん
ουσιαστικό
- 01 απομίμηση, παρεμφερές είδος, παρόμοια προϊόντα
類型的 るいけいてき
επίθετο
- 01 στερεοτυπικός, τυποποιημένος, χαρακτηριστικός
類焼 るいしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετάδοση πυρκαγιάς (από γειτονικό κτίριο), επέκταση φωτιάς
類友 るいとも
ουσιαστικό
- 01 φίλος με κοινά ενδιαφέροντα, φίλος που αποκτήθηκε μέσω κοινών ενδιαφερόντων ή προσωπικότητας
類別 るいべつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ταξινόμηση
類比 るいひ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναλογία
- 02 σύγκριση