3 αποτελέσματα για «顫»

顫動 せんどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δόνηση, τρέμουλο
  2. 02 τρέμω, σείω
顫動音 せんどうおん

ουσιαστικό

  1. 01 σέντοον (φωνητικός όρος για το τρέμολο ή τον δονητικό φθόγγο)
  1. 01 ανατριχιάζω