7 αποτελέσματα για «顰»
顰める しかめる
ρήμα
- 01 συστρέφω (το πρόσωπο), ζαρώνω, σουφρώνω, συνοφρυώνομαι, ρυτιδιάζω
顰蹙を買う ひんしゅくをかう
άλλο, ρήμα
- 01 προκαλώ αποδοκιμασία, εισπράττω μορφασμούς δυσαρέσκειας, δυσαρεστώ (τον κόσμο), προκαλώ αηδία
顰める ひそめる
ρήμα
- 01 συσπώ (τα φρύδια), συνοφρυώνομαι, συνοφρυώνω
顰蹙 ひんしゅく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συρρύκνωση των φρυδιών από αποδοκιμασία, περιφρονητικό βλέμμα, εκδήλωση δυσαρέσκειας
顰み ひそみ
ουσιαστικό
- 01 συρρύκνωση φρυδιών, συνοφρύωμα
顰みに倣う ひそみにならう
άλλο, ρήμα
- 01 μιμούμαι άκριτα ή ανόητα
顰
- 01 συνοφρυώνομαι
- 02 σηκώνω φρύδια