17 αποτελέσματα για «飢»

飢える うえる N2

ρήμα

  1. 01 πεινάω, λιμοκτονώ
  2. 02 στερούμαι (π.χ. αγάπη), διψώ (π.χ. για γνώση), πεινάω για
飢え うえ

ουσιαστικό

  1. 01 πείνα, ασιτία
飢餓 きが

ουσιαστικό

  1. 01 λιμοκτονία, πείνα, λιμός
飢饉 ききん N2

ουσιαστικό

  1. 01 λιμός, αποτυχία σοδειάς
  2. 02 χρόνια έλλειψη (π.χ. νερού)
飢え死に うえじに

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος από ασιτία, ασιτία μέχρι θανάτου
飢餓感 きがかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα πείνας
飢えに苦しむ うえにくるしむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 υποφέρω από την πείνα
飢渇 きかつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πείνα και δίψα, λιμός
飢民 きみん

ουσιαστικό

  1. 01 λιμοκτονούντες άνθρωποι
飢寒 きかん

ουσιαστικό

  1. 01 πείνα και κρύο
飢え凍える うえこごえる

ρήμα

  1. 01 πεθαίνω από την πείνα και το κρύο
飢餓療法 きがりょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 δίαιτα ασιτίας, θεραπευτική νηστεία, θεραπεία με πείνα, αγωγή μέσω ασιτίας
飢凍 きとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λιμοκτονία και θάνατος από το κρύο
飢餓線上に きがせんじょうに

επίρρημα

  1. 01 στα πρόθυρα του λιμού, στο σημείο της ασιτίας
飢えたる犬は棒を恐れず うえたるいぬはぼうをおそれず

άλλο

  1. 01 ένας πεινασμένος σκύλος δεν φοβάται το ραβδί
飢渇丸 きかつがん

ουσιαστικό

  1. 01 συμπυκνωμένη τροφή σε μορφή χαπιού με βάση το άμυλο, που χρησιμοποιούνταν από νίντζα και στρατιώτες
  1. 01 πεινασμένος
  2. 02 λιμοκτονώ