47 αποτελέσματα για «飯»

めし N3

ουσιαστικό

  1. 01 ρύζι
  2. 02 γεύμα, φαγητό
  3. 03 βιοπορισμός, τα προς το ζην
飯を食う めしをくう

άλλο, ρήμα

  1. 01 τρώω, παίρνω ένα γεύμα
  2. 02 βγάζω τα προς το ζην, κερδίζω το ψωμί μου
飯屋 めしや

ουσιαστικό

  1. 01 εστιάτορας, μαγειρείο (εστιατόριο που σερβίρει απλό φαγητό)
まんま

ουσιαστικό

  1. 01 φαγητό
  2. 02 μαγειρεμένο ρύζι
飯時 めしどき

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα φαγητού
飯店 はんてん

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικό εστιατόριο
飯粒 めしつぶ

ουσιαστικό

  1. 01 κόκκος βρασμένου ρυζιού
飯盒 はんごう

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτικό σκεύος μαγειρέματος, καραβάνα
  2. 02 σκεύος μαγειρέματος υπαίθρου, σκεύος κατασκήνωσης
飯場 はんば

ουσιαστικό

  1. 01 οικισμός εργατών, εργοταξιακό κατάλυμα, χώρος διαμονής εργατών
飯の種 めしのたね

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μέσο βιοπορισμού, πηγή εισοδήματος, τα προς το ζην, εξασφάλιση
飯炊き めしたき

ουσιαστικό

  1. 01 μαγείρεμα ρυζιού, μαγείρισσα, μάγειρας
飯櫃 めしびつ

ουσιαστικό

  1. 01 στρογγυλό, ξύλινο δοχείο για μαγειρεμένο ρύζι
飯が食えない めしがくえない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν μπορώ να βγάλω τα προς το ζην
飯綱 いいずな

ουσιαστικό

  1. 01 νυφίτσα (Mustela nivalis)
飯事 ままごと

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι νοικοκυριού
飯茶碗 めしぢゃわん

ουσιαστικό

  1. 01 μπολ για ρύζι, μεσίντζαβαν
飯を盛る めしをもる

άλλο, ρήμα

  1. 01 σερβίρω ρύζι σε μπολ
飯米 はんまい

ουσιαστικό

  1. 01 ρύζι
飯炊き女 めしたきおんな

ουσιαστικό

  1. 01 μαγείρισσα, βοηθός κουζίνας
  2. 02 γυναίκα που υπηρετούσε ως σερβιτόρα και ιερόδουλη σε τσαγερί της Οσάκα
飯綱 いづな

ουσιαστικό

  1. 01 ιζούνα, πνεύμα σε μορφή αλεπούς που φυλάσσεται μέσα σε μπαμπού και χρησιμοποιείται από τον κάτοχό του για μαντεία και κατάρες
  2. 02 κάτοχος ιζούνα