12 αποτελέσματα για «餌»
餌 えさ N3
ουσιαστικό
- 01 ζωοτροφή, χορτονομή, τροφή για κατοικίδια
- 02 δόλωμα, δέλεαρ, δελεασμός
餌食 えじき
ουσιαστικό
- 01 λεία (θηράματος), θήραμα
- 02 θύμα (εγκλήματος, απάτης κ.λπ.)
餌付け えづけ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τεχνητή σίτιση (άγριων ζώων), εξοικείωση (άγριου ζώου) στο να δέχεται τροφή από ανθρώπους, τάισμα στο χέρι
- 02 κερδίζω κάποιον (με φαγητό), καλοπιάνω
餌場 えさば
ουσιαστικό
- 01 τόπος σίτισης
餌やり えさやり
ουσιαστικό
- 01 τάισμα (ζώων), παροχή τροφής
餌箱 えさばこ
ουσιαστικό
- 01 ταΐστρα, σκάφη ζωοτροφής, ταΐστρα ζώων, μπολ φαγητού, κουτί δολώματος (π.χ. για ψάρεμα)
餌付く えづく
ρήμα
- 01 αρχίζω να τρέφομαι, αρχίζω να τρώω
餌袋 えぶくろ
ουσιαστικό
- 01 στόμαχος πτηνών, πρόλοβος
餌木 えぎ
ουσιαστικό
- 01 ξύλινο δόλωμα για το ψάρεμα καλαμαριών
餌木ング エギング
ουσιαστικό
- 01 τεχνική ψαρέματος καλαμαριών με χρήση τεχνητών δολωμάτων
餌入れ えさいれ
ουσιαστικό
- 01 ταΐστρα, σκάφη ζωοτροφής, κουτί τροφής, μπολ φαγητού, κουτί δολώματος (π.χ. για ψάρεμα)
餌
- 01 τροφή
- 02 δόλωμα
- 03 θήραμα
- 04 δελεαστικό κέρδος