11 αποτελέσματα για «館»

やかた

ουσιαστικό

  1. 01 έπαυλη, παλάτι, αρχοντικό, κάστρο
  2. 02 ευγενής, άρχοντας, κύριος, αξιωματούχος
  3. 03 καμπίνα (πλοίου ή άμαξας), σκεπαστός χώρος σε πλοίο (που μοιάζει με σπίτι)
  4. 04 μεγάλη πλωτή κατοικία (συχνά χρησιμοποιείται για εκδρομές και ψυχαγωγία)
  5. 05 προσωρινή κατοικία
かん

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλο κτίριο, δημόσιο κτίριο, αίθουσα
館内 かんない

ουσιαστικό

  1. 01 εντός κτιρίου (όπως βιβλιοθήκης, μουσείου, κινηματογράφου), στις εγκαταστάσεις
館長 かんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 έφορος, διευθυντής, επιμελητής, προϊστάμενος βιβλιοθήκης
館内放送 かんないほうそう

ουσιαστικό

  1. 01 αναγγελία από τα μεγάφωνα (σε πολυκατάστημα κ.λπ.), ανακοίνωση μέσω εσωτερικού συστήματος δημόσιας αναγγελίας
館主 かんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής κτιρίου, υπεύθυνος κτιρίου
館員 かんいん

ουσιαστικό

  1. 01 υπάλληλος δημόσιου κτιρίου
館外 かんがい

ουσιαστικό

  1. 01 εκτός βιβλιοθήκης, μουσείου κ.λπ., εκτός των εγκαταστάσεων
館内図 かんないず

ουσιαστικό

  1. 01 κάτοψη κτιρίου
たち

ουσιαστικό

  1. 01 έπαυλη (ευγενούς), αρχοντικό, επίσημη κατοικία (ευγενούς ή κυβερνητικού αξιωματούχου)
  2. 02 μικρό κάστρο, φρούριο
  1. 01 κτίριο
  2. 02 έπαυλη
  3. 03 μεγάλο κτίριο
  4. 04 παλάτι