6 αποτελέσματα για «饅»
饅頭 まんじゅう
ουσιαστικό
- 01 μαντζού, ατμιστό ψωμάκι με μαγιά και γέμιση
饅頭笠 まんじゅうがさ
ουσιαστικό
- 01 ρηχό καπέλο με στρογγυλή κορυφή (που μοιάζει με μισό μαντζού)
饅頭 マントウ
ουσιαστικό
- 01 μαντού, κινέζικο ψωμάκι στον ατμό
饅頭蟹 まんじゅうがに
ουσιαστικό
- 01 κάβουρας μαντζού (είδος Atergatis)
饅 ぬた
ουσιαστικό
- 01 νούτα, συνοδευτικό πιάτο (συχνά σαλάτα με ψάρι) που σερβίρεται με σάλτσα από ξίδι και μίσο
饅
- 01 γλύκισμα με γέμιση φασολιών
- 02 μαντζού