3 αποτελέσματα για «饕»

饕餮 とうてつ

ουσιαστικό

  1. 01 τάο τιέ (κινεζικό μυθικό ον που απεικονίζεται συνήθως ως μοτίβο σε τελετουργικά χάλκινα σκεύη των δυναστειών Σανγκ και Τζου)
  2. 02 πλεονεξία, απληστία, φιλαργυρία
饕餮文 とうてつもん

ουσιαστικό

  1. 01 μοτίβο ταοτιέ (σε τελετουργικά χάλκινα σκεύη από τις δυναστείες Σανγκ και Τζόου)
  1. 01 είμαι άπληστος
  2. 02 είμαι λαίμαργος