3 αποτελέσματα για «馘»

馘首 かくしゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόλυση, παύση
  2. 02 αποκεφαλισμός
馘す かくす

ρήμα

  1. 01 αποκεφαλίζω
  2. 02 απολύω (από μια εργασία)
馘
  1. 01 αποκεφαλίζω
  2. 02 απολύω