4 αποτελέσματα για «駁»

駁論 ばくろん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανασκευή, κατάρριψη
駁撃 ばくげき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιτίθεμαι (σε επιχείρημα κάποιου), αντικρούω, διαψεύδω, αμφισβητώ, αντιλέγω
駁する ばくする

ρήμα

  1. 01 αντικρούω την άποψη κάποιου, αναιρώ, αντιφάσκω
  1. 01 αναίρεση
  2. 02 αντίφαση