22 αποτελέσματα για «駒»

こま

ουσιαστικό

  1. 01 πιόνι, κομμάτι (σε σκάκι, σόγκι κ.λπ.)
  2. 02 άλογο, πουλάρι
  3. 03 καβαλάρης (βιολιού κ.λπ.)
駒を進める こまをすすめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 προχωρώ στο επόμενο στάδιο (για παράδειγμα σε ένα τουρνουά)
駒を動かす こまをうごかす

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάνω κίνηση, μετακινώ πιόνι (για παράδειγμα στο σόγκι)
駒形 こまがた

ουσιαστικό

  1. 01 σχήμα κομάτα, πεντάπλευρο σχήμα που μοιάζει με το κομάτα (πιόνι του σόγκι)
駒下駄 こまげた

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλά ξύλινα τσόκαρα, κομαγκέτα
駒鳥 こまどり

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικός κοκκινολαίμης (Larvivora akahige)
駒落ち こまおち

ουσιαστικό

  1. 01 χάντικαπ (στο σκάκι, η παραχώρηση πλεονεκτήματος με την αφαίρεση κομματιών από τον ισχυρότερο παίκτη)
駒札 こまふだ

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινη επιγραφή με μυτερή κορυφή (συνήθως με πληροφορίες για έναν ιστορικό τόπο)
駒損 こまそん

ουσιαστικό

  1. 01 απώλεια υλικού
駒寄せ こまよせ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλός φράχτης που εμποδίζει την είσοδο σε ανθρώπους και άλογα
駒草 こまくさ

ουσιαστικό

  1. 01 κομακούσα, είδος αγριολούλουδου της οικογένειας Papaveraceae
駒繋ぎ こまつなぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ιντιγκοφέρα η ψευδοβαφική (είδος ψυχανθούς)
駒大苫小牧 こまだいとまこまい

ουσιαστικό

  1. 01 Κομαντάι Τομακομάι
駒鶇 こまつぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 αμερικανική τσίχλα (Turdus migratorius)
駒座 こまざ

ουσιαστικό

  1. 01 Εκουλέας (αστερισμός), ο Πώλος
駒場 こまば

ουσιαστικό

  1. 01 λιβάδι για την εκτροφή αλόγων (ειδικότερα πόνυ)
駒台 こまだい

ουσιαστικό

  1. 01 βάση (κομαντάι) όπου τοποθετούνται τα κερδισμένα πιόνια του σόγκι
駒沢女子大学 こまざわじょしだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Γυναικείο Πανεπιστήμιο Κομαζάβα
駒澤大学 こまざわだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Κομαζάβα
駒沢女子短期大学 こまざわじょしたんきだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Κομαζάουα Τζόσι Τάνκι Ντάιγκακου