5 αποτελέσματα για «駕»

駕籠 かご

ουσιαστικό

  1. 01 φορείο, λίκνο, νεκροφόρο φορείο, κάγκο

ουσιαστικό

  1. 01 όχημα, άμαξα που τη σέρνουν άλογα
駕籠屋 かごや

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφορέας φορείου, επάγγελμα μεταφοράς με φορείο
駕籠かき かごかき

ουσιαστικό

  1. 01 φορέας φορείου, μεταφορέας κλειστού καθίσματος
  1. 01 όχημα
  2. 02 σεκί, φορείο
  3. 03 φορείο
  4. 04 ζεύω ζώο