28 αποτελέσματα για «騎»
騎士 きし
ουσιαστικό
- 01 μεσαιωνικός ιππότης
- 02 έφιππος σαμουράι
騎士団 きしだん
ουσιαστικό
- 01 ιπποτικό τάγμα
騎 き
άλλο
- 01 μετρητής για ιππείς
騎馬 きば
ουσιαστικό
- 01 ιππασία, έφιππος αναβάτης
騎兵 きへい
ουσιαστικό
- 01 ιππικό, ιππέας, στρατιώτης ιππικού
騎乗 きじょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ιππασία, ανέβασμα σε άλογο
騎士道 きしどう
ουσιαστικό
- 01 ιπποτισμός
騎手 きしゅ
ουσιαστικό
- 01 ιππέας, αναβάτης, τζόκεϊ
騎兵隊 きへいたい
ουσιαστικό
- 01 ιππικό
騎馬戦 きばせん
ουσιαστικό
- 01 κιμπασέν, εικονική ιππική μάχη, παιχνίδι όπου οι συμμετέχοντες μεταφέρουν ο ένας τον άλλον στους ώμους τους
騎乗位 きじょうい
ουσιαστικό
- 01 γυναικεία υπεροχή (σεξουαλική στάση), στάση καουμπόισσα
騎馬民族 きばみんぞく
ουσιαστικό
- 01 ιππικός λαός, νομαδικός λαός που χρησιμοποιεί άλογα
騎射 きしゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τοξοβολία εφίππου, σκοποβολή πάνω σε άλογο
騎行 きこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ιππασία
騎士道物語 きしどうものがたり
ουσιαστικό
- 01 ιπποτικό μυθιστόρημα (π.χ. τα μυθιστορήματα του κύκλου του Αρθούρου)
騎虎 きこ
ουσιαστικό
- 01 ίππευση τίγρης
騎虎の勢い きこのいきおい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 μη έχοντας άλλη επιλογή από το να συνεχίσω, αναγκασμένος να προχωρήσω, ανίκανος να αλλάξω την πορεία των ενεργειών μου, με την ορμή κάποιου που ιππεύει τίγρη
騎士修道会 きししゅうどうかい
ουσιαστικό
- 01 ιπποτικό τάγμα
騎銃 きじゅう
ουσιαστικό
- 01 καραμπίνα (κοντό πυροβόλο όπλο που χρησιμοποιείται από το ιππικό)
騎馬警官 きばけいかん
ουσιαστικό
- 01 έφιππος αστυνομικός