5 αποτελέσματα για «験»
験 げん
ουσιαστικό
- 01 οιωνός, τύχη
- 02 αποτέλεσμα (π.χ. προσευχών, ως καρπός εντατικής εξάσκησης), δραστικότητα
験者 けんざ
ουσιαστικό
- 01 ορειβάτης ασκητής, ασκούμενος του ορεινού ασκητισμού
験する けんする
ρήμα
- 01 δοκιμάζω, εξετάζω, θέτω σε δοκιμασία, υποβάλλω σε δοκιμή
- 02 ελέγχω (έναν υπολογισμό), εξετάζω διεξοδικά, επαληθεύω
験水コック けんすいコック
ουσιαστικό
- 01 στρόφιγγα ελέγχου στάθμης, στρόφιγγα δοκιμής
験
- 01 επαλήθευση, επιβεβαίωση
- 02 αποτέλεσμα, επίδραση
- 03 δοκιμή, έλεγχος, πείραμα