5 αποτελέσματα για «騰»

騰貴 とうき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άνοδος τιμής ή αξίας, ανατίμηση, αύξηση
騰落 とうらく

ουσιαστικό

  1. 01 άνοδος και πτώση, διακυμάνσεις, αυξομειώσεις
騰勢 とうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ανοδική τάση
騰訊 テンセント

ουσιαστικό

  1. 01 Τενσέντ (κινεζικός όμιλος εταιρειών)
騰
  1. 01 αναπηδάω
  2. 02 αναπηδάω
  3. 03 ανεβαίνω
  4. 04 προχωρώ
  5. 05 πηγαίνω