Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
4 αποτελέσματα για «驥»
驥足
きそく
ουσιαστικό
01
πλήρης ικανότητα, μέγιστες δυνατότητες
驥尾
きび
ουσιαστικό
01
ουρά ταχύδρομου ίππου, ακολούθηση σπουδαίου προσώπου
驥尾に付す
きびにふす
άλλο, ρήμα
01
πετυχαίνω ακολουθώντας τα βήματα ενός ειδικού, προοδεύω ακολουθώντας την καθοδήγηση κάποιου
驥
01
γρήγορο άλογο
02
ταλέντο