14 αποτελέσματα για «髄»
髄 ずい
ουσιαστικό
- 01 μυελός, ουσία
- 02 μυελός των οστών
髄液 ずいえき
ουσιαστικό
- 01 εγκεφαλονωτιαίο υγρό
髄膜炎 ずいまくえん
ουσιαστικό
- 01 μηνιγγίτιδα
髄膜 ずいまく
ουσιαστικό
- 01 μήνιγγες, μήνιγγα, μεμβρανώδη καλύμματα
髄膜腫 ずいまくしゅ
ουσιαστικό
- 01 μηνιγγίωμα
髄質 ずいしつ
ουσιαστικό
- 01 μυελός
髄膜炎菌 ずいまくえんきん
ουσιαστικό
- 01 μηνιγγιτιδόκοκκος (Neisseria meningitidis)
髄脳 ずいのう
ουσιαστικό
- 01 προμήκης μυελός
髄鞘 ずいしょう
ουσιαστικό
- 01 μυελίνη (μονωτικό κάλυμμα γύρω από τον νευράξονα ενός νευρώνα)
髄膜炎菌性髄膜炎 ずいまくえんきんせいずいまくえん
ουσιαστικό
- 01 μηνιγγιτιδοκοκκική μηνιγγίτιδα, εγκεφαλονωτιαία μηνιγγίτιδα
髄腔 ずいこう
ουσιαστικό
- 01 μυελικός αυλός
髄芽腫 ずいがしゅ
ουσιαστικό
- 01 μυελοβλάστωμα
髄内釘 ずいないてい
ουσιαστικό
- 01 ενδομυελικός ήλος, ενδομυελικό καρφί
髄
- 01 μυελός
- 02 ψίχα
- 03 ουσία