8 αποτελέσματα για «髭»

ひげ

ουσιαστικό

  1. 01 μουστάκι, γένια, φαβορίτες, τριχοφυΐα προσώπου
  2. 02 μουστάκια (σε γάτα κ.λπ.), κεραίες (σε έντομο κ.λπ.), γενάκι
  3. 03 σκιά (σε διάγραμμα κηροπηγίων)
髭面 ひげづら

ουσιαστικό

  1. 01 γενειοφόρο πρόσωπο, αξύριστο πρόσωπο, τριχωτό πρόσωπο
髭剃り ひげそり

ουσιαστικό

  1. 01 ξύρισμα, ξυριστική μηχανή
髭もじゃ ひげもじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 γενειοφόρος, με πλούσια γένια
髭ペンギン ひげペンギン

ουσιαστικό

  1. 01 πιγκουίνος ο γενειοφόρος (Pygoscelis antarctica)
髭鷲 ひげわし

ουσιαστικό

  1. 01 γενειοφόρος γυπαετός (Gypaetus barbatus), λυμαίγυρος
髭トリマー ひげトリマー

ουσιαστικό

  1. 01 ξυριστική μηχανή για γένια
  1. 01 γένια
  2. 02 μουστάκι