4 αποτελέσματα για «鬚»

鬚髯 しゅぜん

ουσιαστικό

  1. 01 μουστάκι και γένια
鬚鯨 ひげくじら

ουσιαστικό

  1. 01 φάλαινα με μπαλένες, μυστακοφόρος φάλαινα, μυστικητοειδές
鬚虫 ひげむし

ουσιαστικό

  1. 01 γενειοφόρος σκώληκας (οποιοδήποτε σκουλήκι του φύλου των Πωγωνοφόρων)
  1. 01 γένι
  2. 02 μουστάκι