11 αποτελέσματα για «鬢»

びん

ουσιαστικό

  1. 01 φαβορίτες, τρίχες στους κροτάφους
鬢髪 びんぱつ

ουσιαστικό

  1. 01 φαβορίτες, τα μαλλιά στους κροτάφους
鬢付け油 びんつけあぶら

ουσιαστικό

  1. 01 πομάδα, πομάτο, λάδι μαλλιών
鬢付け びんつけ

ουσιαστικό

  1. 01 πομάδα, μπριγιαντίνη, λάδι μαλλιών
鬢長 ビンナガ

ουσιαστικό

  1. 01 μακρύπτερος τόνος, λευκός τόνος (Thunnus alalunga)
鬢長 ビンチョウ

ουσιαστικό

  1. 01 λευκός τόνος (Thunnus alalunga), μακρύπτερος τόνος
鬢切り びんきり

ουσιαστικό

  1. 01 μπινκίρι, χτένισμα της περιόδου Έντο με μια τούφα μαλλιών που ξεκινά από τους κροτάφους και πέφτει πάνω από τα αυτιά
鬢差し びんさし

ουσιαστικό

  1. 01 φουρκέτες από μπαλένη ή χαλκό σε σχήμα τόξου που χρησιμοποιούνταν για να δώσουν όγκο στα πλάγια των γυναικείων μαλλιών (περίοδος Έντο)
鬢とろ びんとろ

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλιά τόνου αλμπακόρ
鬢削ぎ びんそぎ

ουσιαστικό

  1. 01 κόψιμο των πλευρικών τριχών (φαβοριτών), ομοιόμορφα κομμένες πλευρικές τρίχες (σύμβολο ενηλικίωσης για τις ευγενείς την περίοδο Χεϊάν), τελετουργικό κοψίματος των πλευρικών τριχών (τελετή ενηλικίωσης για γυναίκες περίπου από το 1568 έως το 1867)
  1. 01 φαβορίτες