3 αποτελέσματα για «魘»

魘される うなされる

ρήμα

  1. 01 βογκώ στον ύπνο μου (π.χ. λόγω εφιάλτη), παραμιλώ από αγωνία στον ύπνο μου
魘われる おそわれる

ρήμα

  1. 01 βασανίζομαι (από όνειρα), βλέπω εφιάλτη
  1. 01 έχω εφιάλτη