8 αποτελέσματα για «鮎»
鮎 あゆ
ουσιαστικό
- 01 αγιού (Plecoglossus altivelis), γλυκόψαρο
鮎釣り あゆつり
ουσιαστικό
- 01 ψάρεμα αιού
鮎漁 あゆりょう
ουσιαστικό
- 01 ψάρεμα για αιού
鮎魚女 あいなめ
ουσιαστικό
- 01 αϊνάμε (είδος ψαριού Hexagrammos otakii)
鮎擬 あゆもどき
ουσιαστικό
- 01 αγιουμοντόκι (είδος ψαριού Leptobotia curta)
鮎掛け あゆかけ
ουσιαστικό
- 01 κοττός ο καζίκας (Cottus kazika)
鮎ずし あゆずし
ουσιαστικό
- 01 σούσι με αιού, σούσι από αιού (γλυκόψαρο), κοιλιά αιού παστωμένη, μαριναρισμένη και σερβιρισμένη πάνω σε ρύζι
鮎
- 01 πέστροφα γλυκού νερού
- 02 σμπόρος