4 αποτελέσματα για «鮟»

鮟鱇 あんこう

ουσιαστικό

  1. 01 ανκό (κάθε ψάρι της οικογένειας των Λοφιιδών), πεσκανδρίτσα, λοφιός
  2. 02 καμπύλη υδρορρόη
  3. 03 ανόητος, χαζός
鮟鱇 あんこ

ουσιαστικό

  1. 01 παχύσαρκος παλαιστής σούμο, παλαιστής με μεγάλη κοιλιά
  2. 02 λοφιόμορφο (οποιοδήποτε ψάρι της οικογένειας Lophiidae), πεσκανδρίτσα, βατράχι της θάλασσας
鮟鱇鮫 アンコウザメ

ουσιαστικό

  1. 01 γκρίζος καρχαρίας με μυτερή μουσούδα (Ριζοπριονόδοντας ο ολιγόλυγξ)
  1. 01 βατραχόψαρο