7 αποτελέσματα για «鮫»

サメ

ουσιαστικό

  1. 01 καρχαρίας
鮫肌 さめはだ

ουσιαστικό

  1. 01 τραχιά επιδερμίδα (σαν του καρχαρία)
鮫皮 さめがわ

ουσιαστικό

  1. 01 σαμεγκάβα (δέρμα καρχαρία ή σαλαχιού), δέρμα καρχαρία, καρχαριοτόμαρο
鮫鞘 さめざや

ουσιαστικό

  1. 01 θηκάρι από δέρμα καρχαρία
鮫肌井守 さめはだいもり

ουσιαστικό

  1. 01 τραχύδερμος τρίτωνας (Taricha granulosa)
鮫肌手長蛸 さめはだてながだこ

ουσιαστικό

  1. 01 αστεροειδές χταπόδι της νύχτας (Octopus luteus)
  1. 01 καρχαρίας