7 αποτελέσματα για «鯉»

こい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινός κυπρίνος (Cyprinus carpio), κόι
鯉口を切る こいぐちをきる

άλλο, ρήμα

  1. 01 χαλαρώνω ελαφρώς το σπαθί μέσα στη θήκη του
鯉口 こいぐち

ουσιαστικό

  1. 01 άνοιγμα θήκης σπαθιού, στόμιο θηκαριού
  2. 02 στυλ πουκαμίσου με μανίκια σε σχήμα στόματος κυπρίνου
鯉のぼり こいのぼり

ουσιαστικό

  1. 01 κοϊνομπόρι, ανεμούριο σε σχήμα κυπρίνου που υψώνεται παραδοσιακά για τον εορτασμό της Ημέρας των Παιδιών τον Μάιο
鯉ヘルペスウイルス こいヘルペスウイルス

ουσιαστικό

  1. 01 ιός του έρπητα του κυπρίνου, ιός KHV
鯉こく こいこく

ουσιαστικό

  1. 01 κυπρίνος μαγειρεμένος σε σούπα μίσο
  1. 01 κυπρίνος