24 αποτελέσματα για «鯨»

クジラ

ουσιαστικό

  1. 01 φάλαινα (κήτη)
鯨波 げいは

ουσιαστικό

  1. 01 μανιασμένα κύματα
  2. 02 ιαχή μάχης, πολεμική κραυγή
鯨油 げいゆ

ουσιαστικό

  1. 01 έλαιο φάλαινας
鯨幕 くじらまく

ουσιαστικό

  1. 01 ασπρόμαυρη ριγέ κουρτίνα (χρησιμοποιείται σε τελετές κηδείας)
鯨飲 げいいん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, πόση σαν σφουγγάρι
鯨座 くじらざ

ουσιαστικό

  1. 01 Κήτος (αστερισμός), το Φάλαινα
鯨肉 げいにく

ουσιαστικό

  1. 01 κρέας φάλαινας
鯨漁 くじらりょう

ουσιαστικό

  1. 01 φάλαινοθηρία
鯨骨 げいこつ

ουσιαστικό

  1. 01 φαλαινοκόκαλο
鯨飲馬食 げいいんばしょく

άλλο, ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταναλώνω τεράστιες ποσότητες φαγητού και ποτού, τρώω και πίνω αχόρταγα
鯨類 げいるい

ουσιαστικό

  1. 01 κητώδη
鯨取り くじらとり

ουσιαστικό

  1. 01 φαλαινοθηρία
鯨取り いさなとり

ουσιαστικό

  1. 01 φαλαινοθηρία
鯨尺 くじらじゃく

ουσιαστικό

  1. 01 κουτζιρατζάκου, μονάδα μέτρησης μήκους περίπου 37,9 εκατοστών
鯨汁 くじらじる

ουσιαστικό

  1. 01 σούπα φάλαινας
鯨鬚 くじらひげ

ουσιαστικό

  1. 01 φαλαινοστό, μπαλένα
鯨脂 げいし

ουσιαστικό

  1. 01 υποδόριο λίπος φάλαινας
鯨蝋 げいろう

ουσιαστικό

  1. 01 κηρώδες υλικό που βρίσκεται στις κοιλότητες του κεφαλιού των φυσητήρων (σπερματσέτο)
鯨帯 くじらおび

ουσιαστικό

  1. 01 ζώνη κιμονό με διαφορετικό χρώμα στην κάθε πλευρά
鯨偶蹄目 くじらぐうていもく

ουσιαστικό

  1. 01 κητοαρτιοδάκτυλα, τάξη που περιλαμβάνει τα αρτιοδάκτυλα οπληφόρα και τα κητώδη