5 αποτελέσματα για «鰊»

にしん

ουσιαστικό

  1. 01 ρέγγα του Ειρηνικού (Clupea pallasii)
鰊蕎麦 にしんそば

ουσιαστικό

  1. 01 νίσιν σόμπα σε καυτό ζωμό, γαρνιρισμένη με αλμυρόγλυκη αποξηραμένη ρέγγα
鰊曇り にしんぐもり

ουσιαστικό

  1. 01 συννεφιασμένος καιρός κοντά στο Χοκάιντο κατά τη διάρκεια της περιόδου των ρέγγων (από τον τρίτο έως τον έκτο σεληνιακό μήνα)
鰊粕 にしんかす

ουσιαστικό

  1. 01 αποξηραμένα και συμπιεσμένα βρασμένα ρέγγα (χρησιμοποιούνται ως λίπασμα)
  1. 01 ρέγγα