9 αποτελέσματα για «鰐»

わに

ουσιαστικό

  1. 01 κροκόδειλος, αλιγάτορας
  2. 02 καρχαρίας
鰐口 わにぐち

ουσιαστικό

  1. 01 πλατύ στόμα
  2. 02 αλιγάτορας
  3. 03 γουανίκουτσι (μεταλλικό γκονγκ σε σχήμα στόματος που κρέμεται στην είσοδο ναών)
鰐皮 わにがわ

ουσιαστικό

  1. 01 δέρμα κροκόδειλου ή αλιγάτορα
鰐魚 がくぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 κροκόδειλος, αλιγάτορας, κροκοδειλίδης
鰐鮫 わにざめ

ουσιαστικό

  1. 01 σαρκοφάγος καρχαρίας
鰐亀 わにがめ

ουσιαστικό

  1. 01 αλληγάτορας χελώνα (Macroclemys temminckii)
鰐梨 わになし

ουσιαστικό

  1. 01 αβοκάντο (Persea americana), αλλιigator pear
鰐鱛 わにえそ

ουσιαστικό

  1. 01 είδος ψαριού της οικογένειας Synodontidae (Saurida wanieso)
  1. 01 αλιγάτορας
  2. 02 κροκόδειλος