6 αποτελέσματα για «鰭»
鰭 ひれ
ουσιαστικό
- 01 πτερύγιο (π.χ. ψαριού)
鰭脚類 ききゃくるい
ουσιαστικό
- 01 πτερυγιόποδα (φώκιες και θαλάσσιοι ίπποι)
鰭長巨頭 ひれながごんどう
ουσιαστικό
- 01 μαυροδέλφινο (Globicephala melas)
鰭足鷸 ひれあししぎ
ουσιαστικό
- 01 φαλαρόποδο (οποιοδήποτε καλοβατικό πτηνό της οικογένειας των Φαλαροποδιδών)
鰭条 きじょう
ουσιαστικό
- 01 ακτίνα πτερυγίου
鰭
- 01 πτερύγιο