10 αποτελέσματα για «鰻»

うなぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ουνάγκι (είδος χελιού, συγκεκριμένα το ιαπωνικό χέλι, Anguilla japonica)
うな

ουσιαστικό

  1. 01 χέλι (ειδικότερα το ιαπωνικό χέλι, Anguilla japonica)
鰻屋 うなぎや

ουσιαστικό

  1. 01 εστιατόριο με χέλια
鰻茶漬け うなちゃづけ

ουσιαστικό

  1. 01 ψητό χέλι πάνω σε ρύζι με τσάι που χύνεται από πάνω
鰻巻き うまき

ουσιαστικό

  1. 01 ομελέτα τυλιγμένη με χέλι, αλειμμένο και ψημένο χέλι τυλιγμένο σε ρολό ομελέτας
鰻鍋 うなべ

ουσιαστικό

  1. 01 βραστό χέλι
鰻筒 うなぎづつ

ουσιαστικό

  1. 01 παγίδα για χέλια
鰻ざく うざく

ουσιαστικό

  1. 01 σαλάτα από ψιλοκομμένο χέλι και αγγούρι, μαριναρισμένη σε σάκε, σάλτσα σόγιας και ξύδι
鰻裂き包丁 うなぎさきほうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 μαχαίρι για το καθάρισμα και το φιλετάρισμα χελιών
  1. 01 χέλι