6 αποτελέσματα για «鴛»

鴛鴦 おしどり

ουσιαστικό

  1. 01 οσιτόρι, πάπια μανδαρίνος (Aix galericulata)
鴛鴦 えんおう

ουσιαστικό

  1. 01 μανδαρινόπαπια
鴛鴦 おし

ουσιαστικό

  1. 01 μανδαρινή πάπια
鴛鴦の契り えんおうのちぎり

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ευτυχισμένη και αρμονική σχέση (μεταξύ συζύγων)
鴛鴦茶 えんおうちゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ρόφημα από μαύρο τσάι αναμεμειγμένο με καφέ
  1. 01 αρσενική πάπια μανδαρίνου