9 αποτελέσματα για «鷲»

わし

ουσιαστικό

  1. 01 αετός (οικογένεια Αετιδών)
鷲掴み わしづかみ

ουσιαστικό

  1. 01 σφιχτό πιάσιμο, αρπαγή, γερό κράτημα
鷲鼻 わしばな

ουσιαστικό

  1. 01 αετίσια μύτη, ρωμαϊκή μύτη, γαμψή μύτη
鷲座 わしざ

ουσιαστικό

  1. 01 Αετός (αστερισμός), ο Αετός
鷲は舞い降りた わしはまいおりた

ουσιαστικό

  1. 01 Ο αετός προσγειώθηκε (μυθιστόρημα του 1975 από τον Τζακ Χίγκινς)
鷲木菟 わしみみずく

ουσιαστικό

  1. 01 ευρασιατικός μπούφος (Bubo bubo)
鷲獅子 じゅじし

ουσιαστικό

  1. 01 γρύπας
鷲鴎 ワシカモメ

ουσιαστικό

  1. 01 γλαυκόπτερος γλάρος (Larus glaucescens)
  1. 01 αετός