13 αποτελέσματα για «鷹»

たか

ουσιαστικό

  1. 01 γεράκι, γερακίνα
鷹揚 おうよう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλόκαρδος, γενναιόδωρος, ελεύθερος, απλόχερος, μεγαλόψυχος, ανεκτικός
  2. 02 ήρεμος, ψύχραιμος, κουλ, συγκρατημένος
鷹匠 たかじょう

ουσιαστικό

  1. 01 γερακάρης
鷹狩り たかがり

ουσιαστικό

  1. 01 γερακοθηρία
鷹の爪 たかのつめ

ουσιαστικό

  1. 01 γκάμπλεα η καινοτόμος (είδος φυλλοβόλου δέντρου)
  2. 02 εξαιρετικά καυτερή ποικιλία πιπεριάς τσίλι
  3. 03 ποικιλία υψηλής ποιότητας πράσινου τσαγιού
鷹隼 ようしゅん

ουσιαστικό

  1. 01 γεράκι και γερακίνα
鷹詞 たかことば

ουσιαστικό

  1. 01 όρος της γερακοθηρίας
鷹野 たかの

ουσιαστικό

  1. 01 γερακοθήρα
鷹柱 たかばしら

ουσιαστικό

  1. 01 σμήνος από γερακίνες που ανεβαίνουν με θερμά ανοδικά ρεύματα πριν από τη φθινοπωρινή μετανάστευση προς τον νότο, κολώνα από γερακίνες
鷹化して鳩となる たかかしてはととなる

άλλο

  1. 01 μία από τις 72 εποχές του έτους (από την 11η έως τη 15η ημέρα του δεύτερου σεληνιακού μήνα)
鷹の羽鯛 たかのはだい

ουσιαστικό

  1. 01 τακανοχαντάι (είδος ψαριού Goniistius zonatus)
鷹栖養護学校 たかすようごがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 Ειδικό Σχολείο Τακάσου (παλαιότερος τύπος ονομασίας)
  1. 01 γεράκι