5 αποτελέσματα για «鹵»

鹵獲 ろかく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάληψη (εχθρικού οπλισμού, εφοδίων κ.λπ.), δήμευση, λεηλασία
鹵獲品 ろかくひん

ουσιαστικό

  1. 01 λάφυρα, λεία
鹵簿 ろぼ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική πομπή (πομπή)
鹵石 ろせき

ουσιαστικό

  1. 01 αλογονίδιο
  1. 01 αλάτι